συμμετέχω

συμμετέχω
(αόρ. συμμετείχα и συμμετέσχον) αμετ.
1) принимать участие, участвовать;

συμμετέχω της εκδρομής — принимать участие в экскурсии;

2) быть причастным (к чему-л.); быть соучастником (чего-л.);
3) см. συμμερίζομαι 2;

συμμετέχω του πένθους σου — я разделяю твою скорбь


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "συμμετέχω" в других словарях:

  • συμμετέχω — partake of with pres subj act 1st sg συμμετέχω partake of with pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετέχω — συμμετέχω, (συμμετείχα), (να συμμετάσχω) βλ. πίν. 190 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συμμετέχω — ΝΜΑ, και ποιητ. τ. συμμετίσχω Α μετέχω σε κάτι μαζί με άλλον ή με άλλους νεοελλ. συμμερίζομαι («συμμετέχω στον πόνο σου»). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + μετέχω «συμμετέχω, παίρνω μερίδιο»] …   Dictionary of Greek

  • συμμετέχω — 1. παίρνω μέρος σε κάτι μαζί με άλλον: Συμμετέχει σε όλους τους αγώνες. – Συμμετέχουν πολλά κράτη στη διεθνή έκθεση Α. 2. συμμερίζομαι: Συμμετέχει στο πένθος μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμμεθέξοντα — συμμετέχω partake of with fut part act neut nom/voc/acc pl συμμετέχω partake of with fut part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμεθέξουσι — συμμετέχω partake of with fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμμετέχω partake of with fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμεθέξουσιν — συμμετέχω partake of with fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμμετέχω partake of with fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετασχόντα — συμμετέχω partake of with aor part act neut nom/voc/acc pl συμμετέχω partake of with aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετεχόντων — συμμετέχω partake of with pres part act masc/neut gen pl συμμετέχω partake of with pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετεῖχον — συμμετέχω partake of with imperf ind act 3rd pl συμμετέχω partake of with imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετάσχῃ — συμμετέχω partake of with aor subj mp 2nd sg συμμετέχω partake of with aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»